«Φώναζα βοήθεια και μόνο μία γυναίκα από την Αφρική ήρθε να με βοηθήσει!»

Την ώρα που 300 μέτρα πιο κάτω «άριοι» φασίστες σάπιζαν στο ξύλο έναν Αφρικανό.

600509_10200185201812843_98514171_n

Η ιστορία που καταγράφεται εδώ είναι άλλη μια μαρτυρία καθημερινής βαρβαρότητας. Της βαρβαρότητας που ρίχνει μάσκες, ξεμπροστιάζει τους «κοιτάω τη δουλίτσα μου» – της βαρβαρότητας που εκδηλώνεται μέσα από τη αδιαφορία, και που πολλές φορές περισσότερο κι απ’ τη σκληρότητα, βρωμάει φασισμό.

Αλλά που εντέλει μέσα απ΄αυτή τη βαρβαρότητα  αναδεικνύεται μια άλλη μορφή ανθρωπιάς, εκείνης που καταδιώκεται, κατατρέχεται, συνθλίβεται, γιατί είναι «επικίνδυνη» για τον εξανθρωπισμό μας. Κάπως έτσι όμως τελικά καταλήγουμε τελικά οι άνθρωποι στις «εκλεκτικές μας συγγένειες».

Η ιστορία έχει ως εξής :

‘Ενας άνθρωπος παθαίνει κρίση επιληψίας σε καφετέρια, στο κέντρο της Αθήνας. Παρά τις φωνές και τις εκκλήσεις για βοήθεια του φίλου του, η μόνη που ανταποκρίνεται και πάει να τον βοηθήσει, ανάμεσα στους αδιάφορους θαμώνες και τους παγωμένους σερβιτόρους, είναι μια περαστική γυναίκα από την Αφρική. Η μόνη που νοιάστηκε γι’ αυτόν τον άνθρωπο, είναι μια μαύρη γυναίκα,  την ίδια στιγμή, που ούτε 300 μέτρα πιο κάτω, «άριοι» φασίστες σακάτευαν στο ξύλο έναν άντρα από την Αφρική, για το «έγκλημα» του χρώματος που έτυχε να έχει το δέρμα του, για το έγκλημα του τόπου που έτυχε να γεννηθεί.

Είναι άγνωστο αν η γυναίκα αυτή που πήγε να βοηθήσει τον άνθρωπο με την κρίση επιληψίας έχει διαβατήριο, χαρτιά, άδεια παραμονής. Και προσωπικά δεν δίνω δεκάρα. Γιατί είχε το μόνο διαβατήριο που προσωπικά αναγνωρίζω, και που λέγεται «ανθρωπιά».

 

Ακολουθεί η διήγηση-μαρτυρία του Bela Lugosi που παραχωρήθηκε στην Konnectiva:

«Βράδυ οργής κι αγανάκτησης από όλα όσα συμβαίνουν παντού γύρω, και νεύρα στη νιοστή. Και ξαφνικά πρόκειται να ζήσω την επανάληψη μιας ιστορίας, μιας αγριότητας που βίωσα τέλη 2007 ή αρχες του 2008.

Βγήκα σήμερα μετά από καιρό με δυο καλούς φίλους. Ο ένας είναι επιληπτικός αλλά με την αγωγή του σπάνια παθαίνει κρίσεις πια. Είχα λοιπόν την ευκαιρία επιτέλους να κεράσω την παρέα μου μια μπυρίτσα. Θησείο σε καφέ στον πεζόδρομο. Μιάμιση ώρα αργότερα, και αφού ο Σ. μας έχει μόλις καληνυχτίσει, ο φίλος μου παθαίνει κρίση.

Ζητάω βοήθεια, καμία αντίδραση. Όλοι πάλι κοιτάζουν απλά το «θέαμα» όπως ακριβώς είχε συμβεί σε ανάλογη περίπτωση στην Κυψέλη πριν χρόνια.

Οι  σερβιτόροι καθηλωμένοι κι εκείνοι. Κοιτάζουν ακίνητοι. Κανείς! Μόνο μία περαστική γυναίκα απο την Αφρική. Μόνο αυτή. Από ολόκληρη Αθήνα μόνο αυτή η μία και μοναδική γυναίκα ήρθε να βοηθήσει.

Της ζήτησα να του κρατάει τα πόδια (ευτυχώς που ήξερα τι να κάνω)… Συνέχισα να φωνάζω για βοήθεια… Εκατό άτομα, κανένας δεν κινήθηκε! «Γαμώ το μαγαζί σου έλα βοήθα!» φώναζα. «Πού στο διάολο είναι ο υπεύθυνος; Φώναξέ τον τώρα!»

Αφού περνάνε έξι-επτά λεπτά σ’ αυτή την αθλιότητα αδιαφορίας, τελικά ο φίλος μου συνέρχεται. Όλα πήγαν καλά ευτυχώς, οπότε «ξυπνάει» και βέβαια δε θυμόταν τίποτα.

Μόνο τότε ο υπεύθυνος πλησίασε με ύφος λες και ήταν αυτόκλητη εξουσία (καλά ρε γαμώτο, αναερωτιέμαι ακόμα, ούτε για μία στιγμή δε σκέφτηκε πώς ένιωθα μετά από όσα είχαν μόλις συμβεί.) «Τι συνέβη κύριε, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;».

Το μάτι γυρνάει, οι σφυγμοί ανεβαίνουν,τα νεύρα τσίτα. «Όχι μωρέ όλα καλά. Η μπύρα δεν είναι καλή, βρήκα μέσα κάτι κατακάθια αναισθησίας»… Ο καθωσπρεπισμός του, αυτού που πριν λίγο έβλεπε έναν άνθρωπο να σφαδάζει κι αδιαφορούσε, θίχτηκε: «παρακαλώ λίγη ευγένεια δεν…»  «Ποια ευγένεια γαμώ το μαγαζί σου παλιομαλάκα, που μου το παίζεις και κάποιος ρε ηλίθιε, μην πεις κουβέντα σε γάμησα!»…

Είχα πραγματικά ξεφύγει εντελώς. Η ένταση από την κατάσταση του φίλου μου μαζί με την αδιαφορία τους, με είχε φτάσει στα άκρα.

«Ωραίο το θέαμα; Εντάξει το τραβήξαμε με τα κινητά σας;» Να το ανεβάσετε με τίτλο: «Άντρας παθαίνει αμόκ κι αναποδογυρίζει τραπέζια όταν συνειδητοποεί ότι η Αφρικανή γυναίκα του έχει παράλληλη σχέση με το φίλο του. Πολύ γέλιο, εγγυημένο γέλιο».

Πάω να φύγω, για να πάμε με το φίλο στο νοσοκομείο.. «Κύριε χρωστάτε 15 ευρώ» γυρίζει και μου λέει.  «Πάρε 3 τώρα και 5 σε μούτζα και τα υπόλοιπα γράφτα στο τεφτέρι…Έχεις πολύ θράσος ρε ξεφτίλα!»

Δεν είναι τα νεύρα…ότι έβριζα, ότι θόλωσα, ότι ξέφυγα… Δεν είναι αυτά που θα μου μείνουν. Αυτά περνάνε. Είναι η αποχαύνωση. Και η απάθεια. Κι όταν έρθει η σειρα σας εύχομαι να ζητάτε βοήθεια και να μην έρχεται κανένας, για να καταλάβετε, να νιώσετε πώς είναι.. Αλλά κάποιοι πάντα θα έρχονται. Γιατί εμείς δεν είμαστε σαν εσάς.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s