« «ΟΚ, my friend, tamam» και όλα αυτά ανακατεμένα με πολλές μύξες και δάκρυα…»

Η συγκλονιστική περιγραφή μιας νησιώτισσας για τα δυσδιάκριτα «σύνορα» ζωής και θανάτου.

syrian-refugees-boat

Το κείμενο που ακολουθεί ξέρω πως δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Είναι ένας διαπεραστικός τρόπος περιγραφής, για τις βάρκες που φτάνουν ή που δεν φτάνουν καθημερινά στα ελληνικά παράλια, μια περιγραφή που δένει με σπαραγμό, κυνισμό, τρυφερότητα, πόνο,  μα πάνω από όλα με ανθρωπιά, τη ζωή και το θάνατο, την πάλη ανάμεσα στα δύο, με τον τρόπο που μόνο όσοι «πηγαινοέρχονται» από το ένα στο άλλο μέσα στην καθημερινότητα, την «κανονικότητά» τους, όπως λέει η ίδια η γυναίκα που το περιγράφει, μπορούν να κάνουν.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι γραμμένο από την Νίνα Γεωργιάδου:

Ζήσαμε και σήμερα μια μέρα της «κανονικότητάς» μας. Για μας η κανονικότητα πια δεν περιλαμβάνει μόνο να είναι τα παιδιά σου άνεργα και ψυχοπλακωμένα, να μην μπορείς να πληρώσεις τον ΕΝΦΙΑ και να σου ‘ρχεται το κατασχετήριο.

Η δική μας κανονικότητα έχει εμπλουτιστεί με δόσεις μαζικού θανάτου σε επαναλαμβανόμενες δόσεις και συσκευασμένου σε μαύρες σακούλες που τοποθετούνται, «γεμάτες», η μια πάνω στην άλλη.
Μια περίληψη λοιπόν της σημερινής μας κανονικότητας. Ξυπνήσαμε μέσα στην άγρια νύχτα, μ’ ένα απ’ αυτά τα χτυπήματα του τηλεφώνου που φτάνουν την ταχυκαρδία στο κόκκινο. Κατεβήκαμε, τρέχοντας στο λιμάνι, κουβαλώντας ρούχα, κουβέρτες, τσάγια και την τάση μας για ταχύρρυθμη κατάθλιψη.
Έφτασε το πρώτο πτώμα αξημέρωτα. Μικρός όγκος μέσα στην κουβέρτα, μάλλον παιδί. Έφτασαν στη συνέχεια 26 επιζώντες. Οι 12 νεκροζώντανοι, με βαριά υποθερμία. Τους νεκροζώντανους τους φορτώσαμε άρον-άρον στο ασθενοφόρο.
Τους πιο ζωντανούς, τους γδύσαμε, τους τρίψαμε, τους ντύσαμε, ανάμεσα σε πολλά και άνευ ουσίας « ΟΚ, my friend, tamam” και όλα αυτά ανακατεμένα με πολλές μύξες και δάκρυα γιατί δεν σε παίρνει να σκουπίζεσαι όταν πρέπει γρήγορα να ντύσεις τον ξυλιασμένο.
Μετά, η κανονικότητά μας περιλάμβανε άλλα 13 πτώματα, μικρού και μεγάλου μεγέθους και την προσπάθεια να μην ξεράσεις.
Πού τους βάζουμε τόσους νεκρούς;
Στη συνέχεια, στα πλαίσια της κανονικότητας, παραλάβαμε δέκα κιβώτια πτωματο-σακούλες. Να τις κάνουμε τι; Άστες να βρίσκονται σε ώρα ανάγκης.
Είναι εντυπωσιακή η βιομηχανία που λειτουργεί γύρω από το θάνατο.
Η επόμενη φάση περιλαμβάνει σκόρπιες εικόνες στο καταφύγιο.
Η Αλίκη κρατά ακίνητη στην αγκαλιά της τη δεκαπεντάχρονη κοπέλα που έχασε τους γονείς και τα δυο της αδέρφια. Η Αλίκη είναι πιο μικρόσωμη. Απορείς. Ποιος παρηγορεί ποιον;
Η Βασιλεία έχει μαζέψει τα παιδάκια στη γωνιά, του ψηλοτάβανου θαλάμου, που με χάρη την ονομάσαμε παιδότοπο. Είναι τα παιδιά από αυτούς που ήρθαν προχτές. Από τους σημερινούς δεν σώθηκε ούτε ένα παιδί. Η Βασιλεία λέει με πολύ σιγανή φωνή παραμύθια. Στα ελληνικά. Την ακούνε πάντα, σαν να την καταλαβαίνουν. Έχει τον τρόπο της.
Το παραμύθι έχει πάντα τον τρόπο του.
Απ’ έξω περνάει πάλι το καταδιωκτικό του λιμενικού. Πόσους; Καμιά εικοσαριά;
Πόσοι ήσασταν, Σάμι, στο σάπιο;
Εξήντα ή ογδόντα. Απόκλιση 20 ζωών. Δεν θα βρεθούν ποτέ. Δε θα δηλωθούν καν ως αγνοούμενοι.
Αύριο είναι η μέρα της αναγνώρισης των πτωμάτων. Η κανονικότητά μας θα μεταφερθεί έξω από το νεκροτομείο. Θα έχει λίιγη παραπάνω ένταση. Δε λέω. Θα είναι όμως μια κανονικότητα.
Διεστραμμένη μεν, κανονικότητα δε.
Α να! Ο δείκτης του ρολογιού πέρασε ήδη στο αύριο.
Άλλη μια κανονική μέρα θα ξημερώσει σε λίγο.

 

Advertisements

2 thoughts on “« «ΟΚ, my friend, tamam» και όλα αυτά ανακατεμένα με πολλές μύξες και δάκρυα…»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s