Ποιοι πρόσφυγες τώρα, το μωρό έχει βήχα!

Όταν αντί για σιρόπι για το βήχα, ρουφάς θάνατο.

 

946678_551801464863291_2000556985_n

Της Κατερίνας Δήμα

Το μωρό ανέβασε δέκατα, έχει μύξες και βήχει κιόλας. Παίρνεις τον παιδίατρο. Δεν απαντάει. Παίρνεις γιαγιάδες παππούδες, σου δίνουν τις συνταγές από τα βότανα αλλά δεν έχουν κάνει το εμβόλιο ακόμα, πού να έρθουν, χειρότερα θα το κάνουν το παιδί. Σε παίρνουν όμως κάθε 10 λετπά για να μάθουν νέα.

Ξαναπαίρνεις τον παιδίατρο. Η τηλεόραση που παίζει μόνιμα στο μπακράουντ, λέει για κάτι μωρά που πνίγηκαν στο Αιγαίο όταν οι οικογένειές τους προσπάθησαν να μπουν λαθραία στην Ελλάδα. Αλλά εσύ τώρα πας να φτιάξεις φιδέ για το παιδί, δεν αδειάζεις ν’ ακούσεις λεπτομέρειες. Άσε που μόλις είδες ότι τέλειωσε το σιρόπι για το βήχα! Φτου! Η τηλεόραση λέει πως πνίγηκαν 6 μωρά. Κι άσε που ούτε τα ρούχα άπλωσες ακόμα και το μωρό δε θα’χει αύριο πυτζαμάκια σιδερωμένα.

Την ώρα που ξαναπαίρνεις τον παιδίατρο μια κοπέλα στην τηλεόραση έχει πέσει κάτω και σπαράζει. Πωπω…  Μάνα είναι αυτή τώρα ή αδελφή; Πλησιάζεις λίγο να δεις αλλά χαμηλώνεις γρήγορα την τηλεόραση! Ο παιδίατρος απάντησε κι απ’ τα ουρλιαχτά της δεν ακούς τίποτα. Πήγες να του εξηγήσεις, κάτι είπε εκεί για ένα σιρόπι και στο ’κλεισε στα μούτρα  ρε γαμώτο! Άσε που όλο σε λέει κι υπερβολική.Τώρα στην τηλεόραση είναι κάτι γέροι που κλαίνε. Αλλά έτσι όπως χτυπιούνται όλοι ούτε άκρη μπορείς να βγάλεις, ούτε και στο τηλέφωνο να συνεννοηθείς.

Βάζεις την τηλεόραση στο mute την ώρα που περνάνε κάτι υπότιτλοι γι’ αυτή τη Frontex. Που μέχρι προχτές νόμιζες πως είναι καθαριστικό για τα τζάμια. Ε μία αυτή η Βιομεξ ή πώς τη λένε, μία το’να μία τ’ άλλο μας έχουνε μουρλάνει πια ο καθένας με το μακρύ του και το κοντό του. Αλλά μετά έτσι όπως στο εξήγησε ο αδερφός σου ο Μάκης -όλα τα ξέρει αυτός, ζωή να’χει- δίκιο είχε. Η Frontex αυτό η Frontex εκείνο… και πού ήταν η Frontex όταν πνιγόντουσαν οι ψαράδες για το μεροκάματο; Τόσα σας είχε πει ο παππούς ο ψαράς, πόσοι πέθαιναν για να βάλουν ένα κομμάτι ψωμί στο τραπέζι της φαμίλιας, αλλά ποιος ασχολιότανε τότε;  Ενώ εδώ υπάρχει χρήμα. Αυτές οι Μι Κου Κου Ε ή πώς διάλο τις λένε. Που κοροϊδεύουνε τον κόσμο. Και να δεις τώρα που θα μείνουνε χωρίς σπίτια στο δρόμο οι Έλληνες κι αυτοί θα κοιτάνε τους πρόσφυγες.

Τέλος πάντων, ψυχή έχουν κι αυτοί θα μου πεις. Αλλά κι εμείς τι φταίμε; Εμείς τους κουβαλήσαμε όλους εδώ; Δε μας φτάνει η φτώχεια μας! Τόσοι άστεγοι Έλληνες παντού γύρω. Σημαιάκια κρατάνε οι φουκαράδες πάνω στα χαρτόκουτα για να ξεχωρίζουν. Τις προάλλες ο άλλος μες στον ηλεκτρικό, έλεγε πως είναι 70 χρονών, ζήταγε ελεημοσύνη, και φώναζε πως δεν χωράνε άλλοι μετανάστες. Και να σηκωθούν να φύγουν αλλιώς θα τους ξεκοιλιάσουμε αν συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται την καλοσύνη μας. Άδικο είχε;

Ξαναπαίρνεις τον παιδίατρο να σου διευκρινίσει. Δεν απαντάει. Και το παιδί βήχει. Εντάξει κέφι έχει, όρεξη έχει, αλλά βήχει.  Η τηλεόραση λέει ότι είναι διάφοροι που μαζεύουνε φάρμακα, κουβέρτες και είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες. Α, ωραία! Αυτό σου θύμισε την ηλεκτρική κουβέρτα που’χεις παραγγείλει στο φαρμακείο. Κι έτσι δε θα ντρέπεσαι να πάρεις το φαρμακοποιό επειδή είναι αργά. Το μωρό βήχει πολύ. Να’ρθει να σου φέρει το σιρόπι και την κουβέρτα, δυο τετράγωνα είναι, πώς θα ξημερώσει το μωρό χωρίς σιρόπι; Μαύρη νύχτα θα περάσει!

Το μωρό στο μεταξύ έχει μπουσουλήσει ως την τηλεόραση. Τι είναι αυτοί τώρα που τουρτουρίζουν τυλιγμένοι με κάτι αλουμινόχαρτα; Σαν αγριάνθρωποι ζουλού είναι… πωπω… χάλι…   Να, κλαίει το μωρό τώρα, αγριεύτηκε! Μα τι τα βάζουν αυτά συνέχεια;  Δεν καταλαβαίνουν ότι ταράζεται ο κόσμος; Δηλαδή τι να κάνει ο κοσμάκης; Και στην τελική κι εσύ Σύριζα ψήφισες, να τα φτιάξουν αυτοί! Ας όψεται ο αδελφός σου βέβαια, γιατί εσύ τη Φώφη ήθελες που είχε και πατέρα λεβέντη, ή τον Κασιδιάρη που τα λέει έξω απ’ τα δόντια, αλλά σ’ έπρηξε ο αδελφός σου… «Δεν ξέρει ο Τσίπρας που τρέχει στους δρόμους από παιδί; Ε, εντάξει είπε και δυο σαχλαμάρες παραπάνω, ότι θα κάνει αυτό κι εκείνο, αλλά σιγά τώρα μην τα πιστεύαμε. Για να βγει τα είπε, αφού όλοι τα ίδια κάνουν.»

Κουμάντο κάνουν οι Γερμανοί, άμα δε θέλουν οι Γερμανοί να φύγουν οι φράχτες «τι να κλάσει ο Τσιπράκος τώρα ρε μάνα», σου είπε ο γιος σου ο μεγάλος κι εσύ τον μάλωσες. Άκου «κλάσει» ωραίος τρόπος.  Αμ οι παρέες που κάνει μ’ αυτούς τους μετανάστες κώλος και βρακί συνέχεια, που οι γονείς τους δουλεύουν μέρα νύχτα και τα’χουνε ξέφραγα τα παιδιά, να τ’ αποτελέσματα. Νεύρα, πολλά νεύρα έχει τελευταία. Λες να παίρνει τίποτα ναρκωτικά; Θα πας στον παπα Λουκά αύριο να το κουβεντιάσεις.

Στα’χει εξηγήσει όλα ο παπά Λουκάς. Τα λέει ωραία ρε παιδί μου, απλά και με σειρά… και τα καταλαβαίνεις. Τους αγαπάμε δεν θέλουμε το κακό τους, αλλά τι, να μην κλείσουμε τον αυλόγυρο της εκκλησίας με κάγκελα; Να τους αφήνουμε να’ρχονται όλοι να κοιμούνται το βράδυ στα σκαλιά να χέζουνε και να κατουράνε εκεί; Εδώ είναι το σπίτι του θεού! Δεν μπορείς να κατουράς το σπίτι του θεού, όποιος και να’σαι. Αδικο είχε ο  Θεσσαλονίκης που είπε πως δε χωράμε όλοι και πέσανε όλοι αυτοί οι άπλυτοι, που τους λένε, να τον φάνε;

Ο φαρμακοποιός απάντησε. Αλλά δεν είν’ αυτός είναι η γυναίκα του. Αυτή η κάργια που δεν συμπονάει ποτέ κανέναν! Λες και το δικό της το παιδί δεν αρρώστησε ποτέ! Λες κι αυτή δε χρειάστηκε τίποτα μες στη νύχτα! Αλλά βέβαια αυτή έχει άντρα φαρμακοποιό όχι νταλικιέρη και χέστηκε. «Μα θ’ αφήσω το παιδί μου με βήχα και πυρετό;» της λες παρακλητικά. «Έλα βρε Ελένη μου σε παρακαλώ μπες στη θέση μου! Ξέρεις πώς είναι να μην έχεις πλάι σου τον άντρα σου γιατί λείπει ταξίδι και να το βλέπεις μια σταλιά παιδάκί να βήχει και να μην μπορείς να το βοηθήσεις; Ξέρεις πώς είναι να βήχει μόνο κι αβοήθητο, να προσπαθεί να ρουφήξει ανάσες ζωής και να ρουφάει μόνο θάνατο; Ξέρεις πώς είναι να μην έχεις πλάι σου τον άντρα σου γιατί μόλις τον έχεις δει να πνίγεται, να χάνεται, να χαροπαλεύει, να βουλιάζει, μπροστά στα μάτια σου κι εσύ να προσπαθείς να κρατηθείς στην επιφάνεια, και να σε χτυπάνε τα κύματα και ν’ αγωνίζεσαι και να μην μπορείς να φτάσεις το μωρό που κλαίει; Ξέρεις πώς είναι αυτά τα δευτερόλεπτα που μοιάζουν αιώνες; Κι αυτό να βήχει να βήχει να βήχει και να μελανιάζει κλαίγοντας, κι εσύ να κοιτάς παντού γύρω μες στο σκοτάδι και βοήθεια από πουθενά και να ξέρεις πως πεθαίνει; Και να ξέρεις πως πεθαίνεις κι εσύ μα αυτό να μην σε νοιάζει, να προσπαθείς να φτάσεις το μωρό κι όλο να απομακρύνεσαι; Ξέρεις πώς είναι το κλάμα του να σταματάει, να προσπαθείς να το αφουγκραστείς μέσα σε βογκητά και φωνές και να μη μπορείς, κι ύστερα να βλέπεις τον άντρα σου ξανά και ξανά να περνάει μπροστά απ’ τα μάτια σου, να σε αγκαλιάζει να σε σφίγγει και να σου λέει «θα τα καταφέρουμε αγάπη μου, θα είμαστε μαζί, και θα τα καταφέρουμε!». Και ο κόσμος να σβήνει σιγά σιγά… Παύεις να τουρτουρίζεις παύεις να κρυώνεις… και μένει μόνο ένα τεράστιο κενό, μια τρύπα στο στομάχι… που δεν κατάλαβες ποτέ γιατί το δικό σου το παιδί δεν έπρεπε να έχει μια ευκαιρία… Και το κύμα σε σκεπάζει… κι αφήνεσαι να πας στο βυθό να τους συναντήσεις…  Ξέρεις πώς είναι Ελένη μου; Όχι ε; Ούτε κι εγώ. Πιάσε τώρα το σιρόπι και στείλτο μου με το Μίλτο σε παρακαλώ, αλλιώς θα με χάσεις από πελάτισσα. Το μωρό έχει βήχα, λέμε.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s